Μετάφραση του "tom" σε Ελληνικά

Οι κενός, άδειος, αδειανός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tom" σε Ελληνικά.

tom adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κενός

    adjective masculine

    Denne pose skal vaere tom foer hver maaling .

    Ο σάκκος αυτός πρέπει να είναι κενός πριν από κάθε μέτρηση.

  • άδειος

    adjective masculine
  • αδειανός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tom proper
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θωμάς

    proper masculine

    Tom må være fra Australien.

    Ο Θωμάς πρέπει να είναι από την Αυστραλία.

Εικόνες με "tom"

Φράσεις παρόμοιες με "tom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη