Μετάφραση του "udstyr" σε Ελληνικά

Οι εξοπλισμός, δομικά υλικά, είδη κιγκαλερίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "udstyr" σε Ελληνικά.

udstyr noun verb neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξοπλισμός

    noun masculine

    Elektronisk udstyr, der er specielt konstrueret til reentry vehicles.

    Ηλεκτρονικός εξοπλισμός ειδικά σχεδιασμένος για οχήματα επανεισόδου στην ατμόσφαιρα.

  • δομικά υλικά

    noun neuter

    RWA: landbrugsprodukter, teknisk udstyr, energi, byggematerialer, bygge- og havetjenester

    για την RWA: γεωργικά προϊόντα, τεχνικός εξοπλισμός, ενέργεια, δομικά υλικά, οικοδομικές και κηπουρικές υπηρεσίες·

  • είδη κιγκαλερίας

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σιδηρικά
    • σύνεργα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " udstyr " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "udstyr"

Φράσεις παρόμοιες με "udstyr" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "udstyr" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη