Μετάφραση του "udstyre" σε Ελληνικά

Οι εξοπλίζω, εφοδιάζω, προμηθεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "udstyre" σε Ελληνικά.

udstyre verb γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξοπλίζω

    verb
  • εφοδιάζω

    verb
  • προμηθεύω

    verb

    Visse nationale jernbane virksomheder køber i dag nye godsvogne udstyret med K-klodser.

    Ήδη σήμερα ορισμένες εθνικές σιδηροδρομικές επιχειρήσεις προμηθεύονται φορτηγά βαγόνια νέου τύπου εξοπλισμένα με σιαγώνες Κ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " udstyre " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "udstyre" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ιατρικός εξοπλισμός
  • εξοπλισμός πληροφορικής
  • δομικά υλικά · είδη κιγκαλερίας · εξοπλισμός · σιδηρικά · σύνεργα
  • προμηθεύομαι
  • εξοπλισμός αυτοκινήτου
  • εξοπλισμός εργοστασίου (βιομηχανικής μονάδας)
  • οπτικοακουστικό μέσο · οπτικοακουστικός εξοπλισμός
  • γεωργικά μηχανήματα · γεωργικός εξοπλισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "udstyre" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη