Μετάφραση του "Abgrund" σε Ελληνικά

Οι βάραθρο, άβυσσος, χαράδρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abgrund" σε Ελληνικά.

Abgrund noun Noun masculine γραμματική

Waterloo (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάραθρο

    noun neuter

    Sie springen über gähnende Abgründe und landen mit sicherem Tritt.

    Μπορούν να πηδήξουν πάνω από ένα φαινομενικά απύθμενο βάραθρο χωρίς το παραμικρό γλίστρημα.

  • άβυσσος

    noun feminine

    Ist es die Wahrheit, dass der Abgrund nicht in uns steckt, auch nicht da draußen?

    Η αλήθεια είναι ότι η άβυσσος δεν είναι μέσα μας ούτε χωρίς εμάς.

  • χαράδρα

    noun feminine

    Der ist in den Abgrund gestürzt.

    Γλίστρησε μέσα στη χαράδρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γκρεμός
    • χάσμα
    • κρημνός
    • χάος
    • ρήγμα
    • τάρταρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abgrund " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Abgrund"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abgrund" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη