Μετάφραση του "abgrenzen" σε Ελληνικά

Οι διαχωρίζω, καθορίζω, προσδιορίζω, οριοθετώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abgrenzen" σε Ελληνικά.

abgrenzen verb γραμματική

nichts zu tun haben wollen (mit) (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχωρίζω

    verb

    Zudem müssen die Anwendungsbereiche der jeweiligen Instrumente kohärent voneinander abgegrenzt werden.

    Επιπλέον, τα πεδία εφαρμογής των αντίστοιχων ρυθμιστικών μέσων πρέπει να διαχωρίζονται συνεκτικώς.

  • καθορίζω, προσδιορίζω

  • οριοθετώ

  • οροθετώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abgrenzen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abgrenzen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Abgrenzen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Abgrenzen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abgrenzen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη