Μετάφραση του "Abschaffung" σε Ελληνικά

Οι κατάργηση, ακύρωση, εξάλειψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abschaffung" σε Ελληνικά.

Abschaffung noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάργηση

    noun feminine

    Im Getreidesektor ist die Abschaffung der Erstattungen eines der vorgesehenen Zugeständnisse.

    Στον τομέα των σιτηρών, η κατάργηση των επιστροφών αποτελεί μια από τις προβλεπόμενες παραχωρήσεις.

  • ακύρωση

    noun feminine

    die sorgfältige Prüfung aller bestehenden Verträge mit externen Einrichtungen und aller an solche Einrichtungen gezahlten Beihilfen sowie die Abschaffung aller automatischen Vertragsverlängerungen

    την ενδελεχή εξέταση όλων των υφισταμένων συμβάσεων με εξωτερικά όργανα και επιδοτήσεις προς αυτά και την ακύρωση όλων των αυτόματων ανανεώσεων συμβάσεων·

  • εξάλειψη

    Transparenz ist die erste und wichtigste Voraussetzung für die Abschaffung dieser Mißwirtschaft.

    H διαφάνεια είναι η πρώτη και σημαντικότερη προϋπόθεση για την εξάλειψη αυτής της κακοδιαχείρισης.

  • ματαίωση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abschaffung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Abschaffung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abschaffung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη