Μετάφραση του "abschaffen" σε Ελληνικά

Οι καταργώ, καταλύω, ακυρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abschaffen" σε Ελληνικά.

abschaffen verb γραμματική

aus der Welt schaffen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταργώ

    verb

    Aber wir haben sie, wenn das Ziel erreicht war, auch wieder gemeinsam abgeschafft.

    Ωστόσο, έχουμε εργαστεί επίσης από κοινού για να τις καταργήσουμε και πάλι, όταν ο στόχος επιτυγχάνεται.

  • καταλύω

    Verb verb
  • ακυρώνω

    verb

    die Entscheidungen, mit denen jede Erstattung der jährlichen Reisekosten der Kläger ab dem Jahr 2014 abgeschafft wird, aufzuheben;

    να ακυρώσει τις αποφάσεις περί καταργήσεως της επιστροφής των ετήσιων εξόδων ταξιδιού των προσφευγόντων από το 2014 και εφεξής·

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξαλείφω
    • διώχνω
    • γλιτώνω από
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abschaffen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abschaffen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Abschaffen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Abschaffen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abschaffen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη