Μετάφραση του "Abschlag" σε Ελληνικά
Οι έκπτωση, δόση, προκαταβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abschlag" σε Ελληνικά.
Abschlag
noun
masculine
γραμματική
-
έκπτωση
nounJe höher der Abschlag für die Marktgängigkeit ist, desto niedriger ist der beizulegende Zeitwert.
Όσο μεγαλύτερη είναι η έκπτωση εμπορευσιμότητας, τόσο μικρότερη είναι η εύλογη αξία.
-
δόση
noun -
προκαταβολή
nounEin Abschlag, der mit derjenigen zu vergleichen wäre, der bei einer Kapitalgesellschaft zulässig ist, ist somit ausgeschlossen.
Επομένως, αποκλείεται προκαταβολή παρεμφερής προς αυτήν που γίνεται δεκτή σε μια κεφαλαιουχική εταιρία.
-
υφαίρεση
feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Abschlag " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη