Μετάφραση του "abschleppen" σε Ελληνικά
Οι ρυμούλκηση, ρυμουλκώ, ρυμούλκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abschleppen" σε Ελληνικά.
abschleppen
verb
γραμματική
trecken (regional) [..]
-
ρυμούλκηση
feminine- das Abschleppen treibender Objekte über die Grenzen des Gebietes.
- η ρυμούλκηση πλωτών αντικειμένων εκτός της ζώνης.
-
ρυμουλκώ
verbDie Autos die ich abschleppe,
Τα αμάξια που ρυμουλκώ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abschleppen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Abschleppen
Noun
γραμματική
-
ρυμούλκηση
- das Abschleppen treibender Objekte über die Grenzen des Gebietes.
- η ρυμούλκηση πλωτών αντικειμένων εκτός της ζώνης.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη