Μετάφραση του "abschleppen" σε Ελληνικά

Οι ρυμούλκηση, ρυμουλκώ, ρυμούλκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abschleppen" σε Ελληνικά.

abschleppen verb γραμματική

trecken (regional) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρυμούλκηση

    feminine

    - das Abschleppen treibender Objekte über die Grenzen des Gebietes.

    - η ρυμούλκηση πλωτών αντικειμένων εκτός της ζώνης.

  • ρυμουλκώ

    verb

    Die Autos die ich abschleppe,

    Τα αμάξια που ρυμουλκώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abschleppen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abschleppen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρυμούλκηση

    - das Abschleppen treibender Objekte über die Grenzen des Gebietes.

    - η ρυμούλκηση πλωτών αντικειμένων εκτός της ζώνης.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abschleppen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη