Μετάφραση του "Abschreckung" σε Ελληνικά
Οι αποτροπή, εκφοβισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abschreckung" σε Ελληνικά.
Abschreckung
noun
feminine
γραμματική
-
αποτροπή
noun feminineDavon hängen Abschreckung und eine wirksame Vorbeugung ab.
Aπ' αυτό εξαρτάται η αποτροπή και η αποτελεσματική πρόληψη.
-
εκφοβισμός
Falls die Abschreckung Erfolg hat, findet kein Angriff statt.
Αν ο εκφοβισμός πετύχει, δεν πραγματοποιείται η επίθεση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Abschreckung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη