Μετάφραση του "Abschreibung" σε Ελληνικά

Οι απόσβεση, παραγραφή (χρέους) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abschreibung" σε Ελληνικά.

Abschreibung noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόσβεση

    noun

    Die Abschreibung beginnt, sobald der Vermögenswert verwendet werden kann.

    Η απόσβεση θα αρχίζει, όταν το περιουσιακό στοιχείο είναι διαθέσιμο για χρήση.

  • παραγραφή (χρέους)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abschreibung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Abschreibung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abschreibung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη