Μετάφραση του "Absetzung" σε Ελληνικά

Οι έκπτωση, καθαίρεση, παύση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Absetzung" σε Ελληνικά.

Absetzung Noun γραμματική

Kassation (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκπτωση

    noun

    Absetzung von Geschäftsaufwendungen für die Exportförderung in doppelter Höhe

    Διπλή έκπτωση επιχειρησιακών δαπανών για την προώθηση των εξαγωγών

  • καθαίρεση

    Dies kann nicht über den Weg einer Absetzung der Kommission Santer erreicht werden.

    Αυτό δεν μπορεί να γίνει με την καθαίρεση της Επιτροπής Santer.

  • παύση

    Das neue Gesetz sieht auch die sofortige Absetzung der bestehenden Verwaltungs- und Aufsichtsräte vor.

    Ο νέος νόμος προβλέπει ακόμη την άμεση παύση των υφιστάμενων εποπτικών και διοικητικών συμβουλίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Absetzung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Absetzung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη