Μετάφραση του "Absicht" σε Ελληνικά

Οι πρόθεση, σκοπός, επιδίωξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Absicht" σε Ελληνικά.

Absicht noun feminine γραμματική

Behuf (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόθεση

    noun feminine

    ψυχική κίνηση

    d) sie hat an den Wahlen zum Europäischen Parlament teilgenommen oder die Absicht bekundet, dies zu tun.

    δ) έχει συμμετάσχει στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή έχει εκδηλώσει την πρόθεση.

  • σκοπός

    noun masculine

    Haben Sie die Absicht, diesen Wagen zu erwerben?

    Έχεις σκοπό να αγοράσεις αυτό το αυτοκίνητο;

  • επιδίωξη

    noun feminine

    Ungeachtet der dahinterstehenden guten Absicht verfehlt dieses Konzept daher leider seinen Zweck.

    Δυστυχώς όμως, η θετική αυτή επιδίωξη δεν επέτυχε τον στόχο της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λόγος
    • βλέψη
    • θέληση
    • κουβέντα
    • Πρόθεση
    • προαίρεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Absicht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Absicht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Absicht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη