Μετάφραση του "Abstand" σε Ελληνικά

Οι απόσταση, έκταση, αναπλήρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abstand" σε Ελληνικά.

Abstand noun Noun masculine γραμματική

Leerschlag (schweiz.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόσταση

    noun feminine

    gradlinigen Strecke, die zwei Punkte verbindet.

    Der Abstand zwischen Heißläuferortungsanlagen ist eine nationale Angelegenheit.

    Η απόσταση μεταξύ υλικού ΑΘΛΑ αποτελεί θέμα επιπέδου κρατών μελών.

  • έκταση

    noun feminine
  • αναπλήρωση

    Noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποζημίωση
    • διάστημα
    • διαφορά
    • χρονικό διάστημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abstand " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Abstand" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abstand" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη