Μετάφραση του "Abstand" σε Ελληνικά
Οι απόσταση, έκταση, αναπλήρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abstand" σε Ελληνικά.
Abstand
noun
Noun
masculine
γραμματική
Leerschlag (schweiz.) [..]
-
απόσταση
noun femininegradlinigen Strecke, die zwei Punkte verbindet.
Der Abstand zwischen Heißläuferortungsanlagen ist eine nationale Angelegenheit.
Η απόσταση μεταξύ υλικού ΑΘΛΑ αποτελεί θέμα επιπέδου κρατών μελών.
-
έκταση
noun feminine -
αναπλήρωση
Noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποζημίωση
- διάστημα
- διαφορά
- χρονικό διάστημα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Abstand " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Abstand" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μακρινός
-
κατά πολύ · μακράν
-
κατά διαστήματα
-
σε απόσταση 5 μέτρων
-
κατά διαστήματα · κατά κανονικά διαστήματα · σε τακτικά διαστήματα
-
άγευστος · άνοστος · μπαγιάτικος · στάσιμος
-
απέχω · εξέχω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη