Μετάφραση του "abstehen" σε Ελληνικά

Οι απέχω, εξέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abstehen" σε Ελληνικά.

abstehen Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απέχω

    verb

    In allen drei Tabellen sticht mit erheblichem Abstand vom zweiten Mitgliedstaat besonders ein Mitgliedstaat hervor.

    Ένα κράτος μέλος φαίνεται σε αυτούς τους τρεις πίνακες να απέχει σημαντικά από το δεύτερο.

  • εξέχω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abstehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abstehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μακρινός
  • έκταση · αναπλήρωση · αποζημίωση · απόσταση · διάστημα · διαφορά · χρονικό διάστημα
  • κατά πολύ · μακράν
  • σε απόσταση 5 μέτρων
  • άγευστος · άνοστος · μπαγιάτικος · στάσιμος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abstehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη