Μετάφραση του "Alte" σε Ελληνικά

Οι γέρος, γριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Alte" σε Ελληνικά.

Alte noun masculine feminine γραμματική

hohes Tier (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γέρος

    noun masculine

    Der alte Mann lebt alleine.

    Ο γέρος μένει μόνος του.

  • γριά

    noun feminine

    Dann fing eine der Alten an, sich an mich heran zu machen.

    Μετά άρχισε να μου την πέφτει μια γριά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Alte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

alte adjective
+ Προσθήκη

"alte" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το alte στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

ALTE
+ Προσθήκη

"ALTE" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ALTE στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Alte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μια ηλικιωμένη κυρία
  • alt
    αρχαία · αρχαίος · γέρικος · γέρος · γερνώ · γηραιός · γριά γέρικο · ηλικιωμένος · κοντράλτο · μεγάλος · μπαγιάτικος · παλαιός · παλιός · πρώην · τέως
  • Αρχαία Ρώμη
  • Alt
    Άλτο · άλτο · κοντράλτο
  • γεράματα · γηρατειά
  • γεωλογική ηλικία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Alte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη