Μετάφραση του "Amputation" σε Ελληνικά

Οι ακρωτηριασμός, Ακρωτηριασμός, αποκοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Amputation" σε Ελληνικά.

Amputation noun feminine γραμματική

Chirurgische Operation, bei der ein Organ oder eine Gliedmaße teilweise oder vollständig entfernt wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρωτηριασμός

    noun masculine

    Hör zu, so, wie seine Amputation durchgeführt wurde, kann das hier nicht funktionieren.

    Ο τρόπος με τον οποίο έγινε ο ακρωτηριασμός αποκλείει την μέθοδό μας.

  • Ακρωτηριασμός

    Abtrennung eines Körperteils vom restlichen Körper

    - Amputation eines Fingers, ganz oder teilweise : siehe Beeinträchtigungsgrad im Schema.

    - Ακρωτηριασμός ολόκληρου μακριού δακτύλου ή τμήματος αυτού : βλ. ποσοστά στο σχήμα.

  • αποκοπή

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Amputation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Amputation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη