Μετάφραση του "Ansporn" σε Ελληνικά

Οι κίνητρο, παρότρυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ansporn" σε Ελληνικά.

Ansporn noun masculine γραμματική

Inzentiv (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κίνητρο

    noun

    Wir benötigen einen größeren Ansporn, gemäß unserer eigenen Verantwortung zu leben.

    Ένα ανώτερο κίνητρο που να μας υποκινεί να ζούμε σύμφωνα με την προσωπική μας ευθύνη είναι απαραίτητο.

  • παρότρυνση

    noun

    Liefern wir ihnen dann den Ansporn, die Dinge vom Standpunkt Jehovas aus zu betrachten.

    Κατόπιν, ας τους δίνουμε την κατάλληλη παρότρυνση για να βλέπουν τα πράγματα από την άποψη του Ιεχωβά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ansporn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ansporn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη