Μετάφραση του "Anstieg" σε Ελληνικά

Οι πλαγιά, αύξηση, άνοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anstieg" σε Ελληνικά.

Anstieg noun masculine γραμματική

(das) Anwachsen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλαγιά

    noun
  • αύξηση

    noun feminine

    Der Anstieg des Volumens kann insofern nicht als unerheblich betrachtet werden.

    Επομένως, η αύξηση του όγκου δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα.

  • άνοδος

    noun

    Der gleichzeitige Anstieg der Kerninflationsindizes deutet darauf hin, dass auch der inländische Inflationsdruck zugenommen hat.

    Η ταυτόχρονη άνοδος των δεικτών δομικού πληθωρισμού υποδηλώνει ότι αυξήθηκαν επίσης οι εγχώριες διαρθρωτικές πληθωριστικές πιέσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άνοδος _ αύξηση
    • ανέβασμα
    • ανηφόρα
    • αναδύομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Anstieg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

anstieg verb
+ Προσθήκη

"anstieg" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το anstieg στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Anstieg"

Φράσεις παρόμοιες με "Anstieg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Anstieg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη