Μετάφραση του "anstrahlen" σε Ελληνικά

Οι φωτίζω, φωταγωγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anstrahlen" σε Ελληνικά.

anstrahlen

erleuchten (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωτίζω

    verb

    Ihr Gesicht wird vom Licht ihres Handy angestrahlt.

    Το φως που φέγγει από το κινητό της τηλέφωνο, φωτίζει το πρόσωπό της.

  • φωταγωγώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anstrahlen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anstrahlen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη