Μετάφραση του "Anwaltschaft" σε Ελληνικά

Οι δικηγορία, δικηγορικό σώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anwaltschaft" σε Ελληνικά.

Anwaltschaft noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικηγορία

  • δικηγορικό σώμα

    Sich bei der Anwaltschaft einzuhacken in ein doppelt so schweres Verbrechen wie das, was du schon begehst.

    Χακάρωντας το δικηγορικό σώμα είναι διπλάσιο έγκλημα από αυτό που διαπράττεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Anwaltschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Anwaltschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη