Μετάφραση του "Anziehen" σε Ελληνικά
Οι άνοδος, ανάκαμψη, ιματισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anziehen" σε Ελληνικά.
Kleidung, Schuhe, Orden, Kleiderfarbe, Kleiderstoff etc.
-
άνοδος
nounBetrifft: Anziehen der Preise im Zuge der Umsetzung des Klimapakets
Θέμα: Άνοδος των τιμών ενόψει της εφαρμογής της δέσμης μέτρων για το κλίμα
-
ανάκαμψη
NounEs trifft zwar zu, dass der Verbrauch 2009 erheblich zurückging, er hat jedoch seither wieder deutlich angezogen.
Πράγματι, η κατανάλωση μειώθηκε πολύ το 2009, αλλά από τότε έχει παρουσιάσει ανάκαμψη σε σημαντικό βαθμό.
-
ιματισμός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρουχισμός
- σφίξιμο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Anziehen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(eine Schraube) anziehen [..]
-
ντύνω
verbMühelos konnte ich sie baden und anziehen sowie ihre Mahlzeiten bereiten.
Μπορούσα εύκολα να τα λούζω και να τα ντύνω και τους ετοίμαζα θρεπτικά γεύματα.
-
έλκω
verbund du weißt wie sehr Feuer von mir angezogen wird.
Ξέρεις ότι έλκω τις φωτιές.
-
βάζω
verbManchmal will er, dass ich ihre Auswärtstrikots anziehe.
Μερικές φορές με βάζει να φορέσω το μπλουζάκι της ομάδας του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προσελκύω
- φοράω
- φορώ
- δέχομαι
- αιτούμαι
- ανεβαίνω
- απορροφώ
- βιδώνω
- επιταχύνω
- πως πρέπει να είναι ντυμένος
- στρώνω
- συσφίγγω
- σφίγγω
- τραβώ
- θέτω
- ντύνομαι
- ελκύω
- δένω
- ελκκύω
- καυλώνω
- ξεντύνομαι
- τεντώνω
- θέλγω
- γοητεύω
Εικόνες με "Anziehen"
Φράσεις παρόμοιες με "Anziehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενδύομαι · ντύνομαι · φοράω
-
καλοντυμένος
-
ελκτικός · ελκυστικός · μαγνητικός · σαγηνευτικός
-
σφίγγω τα λουριά