Μετάφραση του "anziehend" σε Ελληνικά

Οι σαγηνευτικός, ελκτικός, ελκυστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anziehend" σε Ελληνικά.

anziehend adjective verb γραμματική

anmächelig (schweiz.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαγηνευτικός

    adjective
  • ελκτικός

  • ελκυστικός

    adjective

    Vielleicht bin ich in den gegenwärtigen Umständen weniger anziehend.

    Ίσως είμαι λιγότερο ελκυστικός υπό τις παρούσες συνθήκες.

  • μαγνητικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anziehend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "anziehend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ενδύομαι · ντύνομαι · φοράω
  • καλοντυμένος
  • άνοδος · ανάκαμψη · ιματισμός · ρουχισμός · σφίξιμο
  • σφίγγω τα λουριά
  • έλκω · αιτούμαι · ανεβαίνω · απορροφώ · βάζω · βιδώνω · γοητεύω · δένω · δέχομαι · ελκκύω · ελκύω · επιταχύνω · θέλγω · θέτω · καυλώνω · ντύνομαι · ντύνω · ξεντύνομαι · προσελκύω · πως πρέπει να είναι ντυμένος · στρώνω · συσφίγγω · σφίγγω · τεντώνω · τραβώ · φοράω · φορώ
  • έλκω · αιτούμαι · ανεβαίνω · απορροφώ · βάζω · βιδώνω · γοητεύω · δένω · δέχομαι · ελκκύω · ελκύω · επιταχύνω · θέλγω · θέτω · καυλώνω · ντύνομαι · ντύνω · ξεντύνομαι · προσελκύω · πως πρέπει να είναι ντυμένος · στρώνω · συσφίγγω · σφίγγω · τεντώνω · τραβώ · φοράω · φορώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anziehend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη