Μετάφραση του "Arbeitslosengeld" σε Ελληνικά

Το επίδομα ανεργίας είναι η μετάφραση του "Arbeitslosengeld" σε Ελληνικά.

Arbeitslosengeld noun Noun masculine γραμματική

Stütze (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίδομα ανεργίας

    Noun neuter

    Das Arbeitslosengeld erhöht sich ggf. um eine Familienzulage.

    Τα τυχόν οικογενειακά επιδόματα προστίθενται στο επίδομα ανεργίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Arbeitslosengeld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Arbeitslosengeld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη