Μετάφραση του "Arbeitsloser" σε Ελληνικά
Οι άνεργος, άνεργοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Arbeitsloser" σε Ελληνικά.
Arbeitsloser
Noun
γραμματική
-
άνεργος
noun masculineEr arbeitet nicht, er ist arbeitslos.
Δε δουλεύει, είναι άνεργος.
-
άνεργοι
noun adjective m-pGleichzeitig ist es wichtig, Arbeitslose zu ermutigen, sich selbst aktiv um eine Arbeitsstelle zu bemühen.
Συγχρόνως είναι σημαντικό να ενθαρρύνονται οι άνεργοι να αναζητούν ενεργά, με δική τους πρωτοβουλία, μια θέση εργασίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Arbeitsloser " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
arbeitsloser
adjective
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"arbeitsloser" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το arbeitsloser στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Arbeitsloser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άεργος · άνεργη · άνεργος
-
οι άνεργοι
-
μένω χωρίς εργασία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη