Μετάφραση του "Atemnot" σε Ελληνικά
Το δύσπνοια είναι η μετάφραση του "Atemnot" σε Ελληνικά.
Atemnot
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
δύσπνοια
noun feminineEin Patient erlitt eine lebensbedrohliche Atemnot und der andere hatte keine wesentlichen Komplikationen
Ένας ασθενής υπέστη απειλητική για τη ζωή δύσπνοια και οι άλλοι δεν είχαν αξιοσημείωτες επιπλοκές
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Atemnot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη