Μετάφραση του "atemlos" σε Ελληνικά

Οι αδιάκοπα, άπνους, λαχανιασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "atemlos" σε Ελληνικά.

atemlos adjective γραμματική

aus der Puste (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάκοπα

  • άπνους

    Adjective
  • λαχανιασμένος

    Er stand genau dort, wo Sie stehen, irgendwie atemlos wie Sie.

    Στεκόταν ακριβώς όπου κι εσύ, λαχανιασμένος όπως κι εσύ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • με κομμένη την ανάσα
    • χωρίς ανάπαυση
    • χωρίς ανάσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " atemlos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "atemlos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη