Μετάφραση του "Atheismus" σε Ελληνικά

Οι αθεϊσμός, αθεΐα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Atheismus" σε Ελληνικά.

Atheismus noun Noun masculine γραμματική

Die Haltung, dass es keinen Gott bzw. keine Götter gibt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθεϊσμός

    noun masculine

    Weltanschauung, die nicht an die Existenz von Göttern glaubt [..]

    Der Atheismus war immer noch die offizielle Lehre, und dazu gehörte antireligiöse Propaganda.

    Ο αθεϊσμός ήταν ακόμη η επίσημη διδασκαλία και περιελάμβανε αντιθρησκευτική προπαγάνδα.

  • αθεΐα

    noun feminine

    7 Vielleicht triffst du auch nichtreligiöse Personen, deren Ansichten an Atheismus grenzen und die ihre Auffassungen gern ausgiebig erklären.

    7 Μπορεί να συναντήσετε άθρησκα άτομα που διακρατούν απόψεις οι οποίες τείνουν προς την αθεΐα, και τις οποίες κατά μεγάλο ποσοστό διαδίδουν αμέσως στους άλλους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Atheismus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Atheismus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη