Μετάφραση του "Atheist" σε Ελληνικά
Οι άθεος, αθεϊστής, άθρησκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Atheist" σε Ελληνικά.
Atheist
noun
masculine
γραμματική
Gottesleugner (derb) [..]
-
άθεος
noun masculineJemand, der nicht an Gottheiten glaubt.
Für einen Atheisten ist er gut darin, Schuldgefühle zu erzeugen.
Είναι φοβερό πως ένας άθεος σου προκαλέι τόση ενοχή.
-
αθεϊστής
noun masculineDas sagte ein Mann, der Angehörige durch den Holocaust verloren hatte und Atheist geworden war.
Αυτά είπε ένας πρώην αθεϊστής που έχασε μέλη της οικογένειάς του στο Ολοκαύτωμα.
-
άθρησκος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ασεβής
- άπιστος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Atheist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
atheist
-
άθεος
noun masculineFür einen Atheisten ist er gut darin, Schuldgefühle zu erzeugen.
Είναι φοβερό πως ένας άθεος σου προκαλέι τόση ενοχή.
Φράσεις παρόμοιες με "Atheist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άθεος
-
είμαι άθεη · είμαι άθεος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη