Μετάφραση του "Ausbeute" σε Ελληνικά

Οι απόδοση, κέρδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ausbeute" σε Ελληνικά.

Ausbeute noun feminine γραμματική

v.a. in der Chemie gebr.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόδοση

    noun

    Die griechischen Kontrolleure bestimmen die Ausbeute im wesentlichen anhand von willkürlichen Kriterien.

    Οι έλληνες ελεγκτές καθορίζουν την απόδοση χρησιμοποιώντας κυρίως αυθαίρετα κριτήρια.

  • κέρδος

    noun

    Die Arbeitseinteilung war uns überlassen, die Ausbeute nach unserem Ermessen aufgeteilt.

    Ο καταμερισμός της εργασίας ήταν στην κρίση μας, τα κέρδη τα μοιράζαμε όπως θεωρούσαμε σωστό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausbeute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ausbeute
+ Προσθήκη

"ausbeute" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ausbeute στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Ausbeute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ausbeute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη