Μετάφραση του "ausbauen" σε Ελληνικά
Οι etwas vergrößern, αναπτύσσω, αποσυναρμολογώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausbauen" σε Ελληνικά.
ausbauen
verb
γραμματική
zulegen (umgangssprachlich) [..]
-
etwas vergrößern
-
αναπτύσσω
Verb verbAuch auf sektoraler Ebene und insbesondere im privaten Sektor sollte er systematischer ausgebaut werden.
Θα πρέπει επίσης να αναπτυχθεί περισσότερο συστηματικά σε τομεακό επίπεδο, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα.
-
αποσυναρμολογώ
verb -
επεκτείνω
Daher müssen die "bewährten Verfahren" möglichst schnell ausgebaut werden.
Συνεπώς, η αποκαλούμενη βέλτιστη πρακτική πρέπει να επεκταθεί όσο το δυνατόν ταχύτερα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausbauen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη