Μετάφραση του "Ausbreitung" σε Ελληνικά
Οι διάδοση, εξάπλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ausbreitung" σε Ελληνικά.
Ausbreitung
Noun
noun
feminine
γραμματική
Dissemination (fachsprachlich) [..]
-
διάδοση
Diese Probleme behindern auch die Ausbreitung des elektronischen Handels.
Τα προβλήματα αυτά αποτελούν επίσης εμπόδιο στην πραγματοποίηση και διάδοση του ηλεκτρονικού εμπορίου.
-
εξάπλωση
Welche Verbindung besteht zwischen dem Entstehen von Bibliotheken und der Ausbreitung des christlichen Glaubens?
Ποια σχέση έχει η εξέλιξη των βιβλιοθηκών με την εξάπλωση της Χριστιανοσύνης;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausbreitung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη