Μετάφραση του "ausbreiten" σε Ελληνικά
Οι αναπτύσσω, απλώνω, εξαπλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausbreiten" σε Ελληνικά.
ausbreiten
verb
γραμματική
(sich) verbreiten [..]
-
αναπτύσσω
Verb verbMelanome können sich in oder nahe an einem Muttermal auszubreiten beginnen.
Τα μελανώματα αρχίζουν να αναπτύσσονται μέσα ή κοντά σε μια κρεατοελιά.
-
απλώνω
verbVor ihm ausgebreitet liegt die grüne Erde und heißt ihn willkommen.
Στα πόδια του απλώνεται η γη—καταπράσινη και φιλόξενη.
-
εξαπλώνω
Wenn es sich weiter ausbreitet, müssen wir es weiter verlangsamen.
Αν εξαπλώνεται, πρέπει να την καθυστερήσουμε ακόμα περισσότερο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξαπλώνω
- ξεδιπλώνω
- στρώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausbreiten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ausbreiten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαπλώνομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη