Μετάφραση του "Ausfuhr" σε Ελληνικά
Οι εξαγωγή, εξαγωγές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ausfuhr" σε Ελληνικά.
Ausfuhr
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
εξαγωγή
noun feminineDie Einträge, die sich auf die Ausfuhr von Leistungen in Drittländer beziehen, sind zu streichen.
Οι εγγραφές που αφορούν την εξαγωγή των παροχών σε τρίτη χώρα πρέπει να καταργηθούν.
-
εξαγωγές
nounDas Gleiche gilt für ihre Ausfuhren in Drittländer.
Το ίδιο ισχύει για τις εξαγωγές τους σε τρίτες χώρες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausfuhr " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Ausfuhr" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνάθροιση
-
απαλλαγή από τέλη εξαγωγής
-
στρίβω
-
μετατροπή διευθύνσεων από 16bit σε 32bit και αντίστροφα
-
χρηματοδότηση των εξαγωγών
-
βγάζω έξω · εκπληρώνω · εκτελώ · εξάγω · εξηγώ · θανατώνω · πραγματοποιώ
-
διαφοροποίηση των εξαγωγών
-
δέσμευση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη