Μετάφραση του "ausfragen" σε Ελληνικά
Οι ερευνώ, ψαρεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausfragen" σε Ελληνικά.
ausfragen
Verb
γραμματική
inquirieren (veraltend) [..]
-
ερευνώ
verbAlso habe ich sehr langsam angefangen sie auszufragen, wie mächtig und erfolgreich er sei.
Οπότε άρχισα να ερευνώ με πολύ περίπλοκους τρόπους... πόσο δυνατός και επιτυχημένος ήταν.
-
ψαρεύω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausfragen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη