Μετάφραση του "Ausgeben" σε Ελληνικά

Οι ξόδεμα, ξοδεύω, δαπανώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ausgeben" σε Ελληνικά.

Ausgeben
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξόδεμα

    Wenn die soviel Geld zum auszugeben haben, sollten sie es dir geben.

    Αν έχουν τόσα λεφτά για ξόδεμα, ας τα ξοδέψουν σε σένα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausgeben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ausgeben verb γραμματική

ausgeben (Banknoten) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξοδεύω

    verb

    Ich will sicher gehen, dass niemand mein Geld ausgegeben hat.

    Θέλω να σιγουρευτώ ότι κανείς δε θα ξοδέψει τα λεφτά μου.

  • δαπανώ

    verb

    Wir müssen den Menschen erklären, warum sie was wofür ausgeben sollen.

    Πρέπει να εξηγούμε στους πολίτες τι πρέπει να δαπανήσουν για ποιο λόγο και για ποιό σκοπό.

  • δίνω

    verb

    Weil wir das Geld für die Miete ausgegeben haben.

    Γιατί δώσαμε όλα τα λεφτά, για το νοίκι πάλι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαδίδω
    • εκδίδω
    • ξοδεύω λεφτά
    • χαλώ
    • έκδοση

Φράσεις παρόμοιες με "Ausgeben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ausgeben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη