Μετάφραση του "Ausgleich" σε Ελληνικά

Οι ισορροπία, αντιστάθμιση, αντάλλαγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ausgleich" σε Ελληνικά.

Ausgleich noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισορροπία

    noun feminine

    Es wurde ein guter Ausgleich zwischen den geistigen Eigentumsrechten und den Verbraucherrechten geschaffen.

    Αυτή είναι μια καλή ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των δικαιωμάτων των καταναλωτών.

  • αντιστάθμιση

    Noun feminine

    Zu diesem Ausgleich kann ein angemessener Gewinn des Betreibers zählen.

    Στην οικονομική αντιστάθμιση επιτρέπεται να περιλαμβάνεται εύλογο κέρδος για τον μεταφορέα.

  • αντάλλαγμα

    noun

    Falls diese Menge überschritten wird, wird der finanzielle Ausgleich proportional erhöht.

    Σε περίπτωση υπέρβασης αυτής της ποσότητας, το χρηματοδοτικό αντάλλαγμα αυξάνεται κατ' αναλογία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξίσωση
    • εξισορρόπηση
    • ισοζύγιο
    • συμψηφισμός
    • συμβιβασμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausgleich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ausgleich
+ Προσθήκη

"ausgleich" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ausgleich στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Ausgleich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επανάληψη συσχέτισης
  • αντισταθμίζω · αποζημιώνω · ισοπεδώνω · ισορροπώ · ισοσκελίζω · ισοσταθμίζω · ισοφαρίζω · καλύπτω
  • ισοστάθμιση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ausgleich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη