Μετάφραση του "Ausgleichen" σε Ελληνικά

Οι ισοστάθμιση, αντισταθμίζω, αποζημιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ausgleichen" σε Ελληνικά.

Ausgleichen noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισοστάθμιση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausgleichen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ausgleichen verb γραμματική

(Unterschiede) beseitigen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντισταθμίζω

    verb

    κυριολεκτικά/μεταφορικά

    Es muß jedoch angegeben werden, ob ihre Auswirkungen durch günstige Merkmale ausgeglichen werden können.

    Εν τούτοις, τα αποτελέσματά τους είναι δυνατόν να αντισταθμίζονται από ευνοϊκούς χαρακτήρες. Αυτό πρέπει να διευκρινίζεται.

  • αποζημιώνω

    verb
  • ισοπεδώνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ισοσκελίζω
    • ισοσταθμίζω
    • ισοφαρίζω
    • καλύπτω
    • ισορροπώ

Φράσεις παρόμοιες με "Ausgleichen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επανάληψη συσχέτισης
  • ισορροπημένος · σταθερός
  • αντάλλαγμα · αντιστάθμιση · εξίσωση · εξισορρόπηση · ισοζύγιο · ισορροπία · συμβιβασμός · συμψηφισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ausgleichen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη