Μετάφραση του "Ausnutzung" σε Ελληνικά

Το εκμετάλλευση είναι η μετάφραση του "Ausnutzung" σε Ελληνικά.

Ausnutzung noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκμετάλλευση

    Noun

    Darüber hinaus verhindern diese Regelungen durch Ausnutzung der Arbeitnehmer verursachte Wettbewerbsverzerrungen.

    Επιπλέον, με τους κανόνες αυτούς αποφεύγονται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού από την εκμετάλλευση εργαζομένων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausnutzung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ausnutzung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη