Μετάφραση του "Ausnutzung" σε Ελληνικά
Το εκμετάλλευση είναι η μετάφραση του "Ausnutzung" σε Ελληνικά.
Ausnutzung
noun
feminine
γραμματική
-
εκμετάλλευση
NounDarüber hinaus verhindern diese Regelungen durch Ausnutzung der Arbeitnehmer verursachte Wettbewerbsverzerrungen.
Επιπλέον, με τους κανόνες αυτούς αποφεύγονται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού από την εκμετάλλευση εργαζομένων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausnutzung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη