Μετάφραση του "auspeitschen" σε Ελληνικά

Οι μαστιγώνω, μαστίγωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auspeitschen" σε Ελληνικά.

auspeitschen

Jemanden bestrafen, in dem man ihn wiederholt mit einer Peitsche oder einem Knüppel schlägt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαστιγώνω

    Verb

    Das verwandte Verb phragellóō bedeutet „auspeitschen“ (Mat 27:26; Mar 15:15).

    Το συγγενικό ρήμα φραγελλόω σημαίνει «μαστιγώνω».—Ματ 27:26· Μαρ 15:15.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " auspeitschen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Auspeitschen
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαστίγωμα

    Wahrscheinlich denke ich nur nicht, dass Auspeitschen motivierend wirkt.

    Δεν νομίζω ότι το μαστίγωμα είναι καλός υποκινητής.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "auspeitschen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη