Μετάφραση του "Aussetzen" σε Ελληνικά
Οι αναστολή, εκθέτω, αφήνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aussetzen" σε Ελληνικά.
Nicht mehr dieselbe Leistung haben
-
αναστολή
nounAußerdem sollte vorgesehen werden, dass unter bestimmten Umständen die Ausstellung von Erstattungsbescheinigungen ausgesetzt wird.
Σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να προβλέπεται η αναστολή της έκδοσης πιστοποιητικών επιστροφών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Aussetzen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
passen (müssen) [..]
-
εκθέτω
verbLandwirtschaftliche Tätigkeit ist häufig klimatischen, krankheitsbedingten und anderen natürlichen Risiken ausgesetzt.
Η γεωργική δραστηριότητα εκτίθεται συχνά σε κλιματολογικούς κινδύνους, κινδύνους ασθενειών και άλλους φυσικούς κινδύνους.
-
αφήνω
verbNiemand weiß, woher sie kam oder wer sie dort ausgesetzt hat.
Κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε ή ποιος την άφησε.
-
εγκαταλείπω
ρήμαDie Kommission möchte nun die 108 %-Klausel bis Ende 2003 aussetzen.
Τώρα η Επιτροπή θέλει να εγκαταλείψει αυτή τη ρήτρα ως το τέλος του 2003.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναβάλλω
- αναστέλλω
- διακόπτω
- σταματώ
- διατυπώνω
- παρατώ
Φράσεις παρόμοιες με "Aussetzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διακεκομμένος · διαλείπων · σποραδικός
-
έκθετος · εκτεθειμένος
-
δε βρίσκω τίποτα το επιλήψιμο σ' αυτό
-
αερίζω