Μετάφραση του "Aussetzung" σε Ελληνικά

Οι διαθεσιμότητα, κρέμασμα, έκθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aussetzung" σε Ελληνικά.

Aussetzung Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαθεσιμότητα

    noun feminine
  • κρέμασμα

    noun neuter
  • έκθεση

    noun

    Folge einer nachgewiesenen Aussetzung gegenüber infektiösen Stoffen oder schädlicher Strahlung ist.

    συνεπάγεται επιβεβαιωμένη έκθεση σε μολυσματικές ουσίες ή επιβλαβή ακτινοβολία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναστολή
    • προκήρυξη
    • ανάρτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aussetzung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Aussetzung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aussetzung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη