Μετάφραση του "Auto" σε Ελληνικά

Οι αυτοκίνητο, αμάξι, επιβατικό αυτοκίνητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Auto" σε Ελληνικά.

Auto noun neuter γραμματική

fahrbarer Untersatz (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκίνητο

    noun neuter

    αυτοκίνητο (autokineto)

    Das Auto ist kaputtgegangen und ich habe es zur Werkstatt gebracht, um es reparieren zu lassen.

    Xάλασε το αυτοκίνητο και το πήγα στο συνεργείο να μου το φτιάξουν.

  • αμάξι

    noun neuter

    Tom hat mich mit seinem Auto fahren lassen.

    Ο Τομ μ' άφησε να οδηγήσω τ' αμάξι του.

  • επιβατικό αυτοκίνητο

    Ein vierrädriges, motorbetriebenes Fahrzeug, das zur Beförderung an Land dient und meist durch die Verbrennung von Benzin oder Diesel angetrieben wird.

  • μηχανή

    noun feminine

    Er hatte kein Geld, weil er alles für sein Auto ausgab.

    Λοιπόν, δεν είχε καθόλου λεφτά... επειδή είχε ξοδέψει όλα τα λεφτά του στη νέα μηχανή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Auto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Auto"

Φράσεις παρόμοιες με "Auto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Auto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη