Μετάφραση του "Autofahren" σε Ελληνικά

Το οδήγηση είναι η μετάφραση του "Autofahren" σε Ελληνικά.

Autofahren Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδήγηση

    noun

    Und es gibt beim Autofahren noch mehr Risiken, die durchaus kontrollierbar sind.

    Υπάρχουν και άλλοι κίνδυνοι στην οδήγηση τους οποίους μπορούμε να ελέγξουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Autofahren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Autofahren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη