Μετάφραση του "Autofahrer" σε Ελληνικά

Οι οδηγός, αυτοκινητιστής, οδηγός αυτοκινήτου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Autofahrer" σε Ελληνικά.

Autofahrer noun masculine γραμματική

Automobilist (schweiz.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγός

    noun masculine

    Jemand, der ein Auto fahren kann.

    Richtig, denn da draußen gibt es einen durchgeknallten iranischen Autofahrer.

    Επειδή υπάρχει ένας τρελαμένος Ιρανός οδηγός εκεί έξω.

  • αυτοκινητιστής

    noun

    Nach dem Start ordnet sich der Pilot sogleich in die richtige Luftstraße ein und folgt ihr, so ähnlich, wie ein Autofahrer der Straße folgt.

    Αμέσως μετά την απογείωσι ο πιλότος κατευθύνει το αεροπλάνο στην ακριβή κατεύθυνσι, καθώς ακριβώς ένας αυτοκινητιστής ακολουθεί έναν αυτοκινητόδρομο.

  • οδηγός αυτοκινήτου

    Oder ein Autofahrer fährt mit überhöhter Geschwindigkeit, weil er denkt, er würde nicht sterben, bevor seine Zeit gekommen sei.

    Ή, ένας οδηγός αυτοκινήτου μπορεί να οδηγή με πολύ μεγάλη ταχύτητα κάνοντας τη σκέψι ότι δεν θα σκοτωθή αν δεν έλθη η ώρα του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Autofahrer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Autofahrer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Autofahrer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη