Μετάφραση του "Beendigung" σε Ελληνικά
Οι διακοπή, κατάπαυση, λήξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beendigung" σε Ελληνικά.
Beendigung
noun
Noun
feminine
γραμματική
eines Kurses, eines Lehrganges etc.
-
διακοπή
nounIch denke jedoch, dass eine bedeutend größere Bedrohung für die Umwelt die Beendigung der landwirtschaftlichen Erwerbstätigkeit darstellt.
Πιστεύω, ωστόσο, ότι σημαντικά μεγαλύτερη απειλή για το περιβάλλον είναι η διακοπή της γεωργικής δραστηριότητας.
-
κατάπαυση
-
λήξη
nounDer Geschäftsbesorgungsvertrag wurde nach Beendigung des Privatisierungsvertrags geschlossen.
Η σύμβαση διαχείρισης συνάφθηκε μετά τη λήξη της συμφωνίας ιδιωτικοποίησης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ολοκλήρωση
- σταμάτημα
- τέλειωμα
- τερματισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beendigung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Beendigung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λήξη (παύση) της εργασίας (απασχόλησης) · λύση της σχέσεως εργασίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη