Μετάφραση του "beenden" σε Ελληνικά

Οι τελειώνω, ολοκληρώνω, ολοκληρώσει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beenden" σε Ελληνικά.

beenden verb γραμματική

sein lassen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τελειώνω

    verb

    Etwas beenden, etwas zum Abschluss bringen.

    Wir haben diesen Kampf begonnen und werden ihn beenden!

    Εμείς ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο, κι εμείς θα τον τελειώσουμε.

  • ολοκληρώνω

    verb

    Frenho ist vielleicht dabei, das Bild zu beenden.

    Ο Frenho ενδιαφέρεται να ολοκληρώσει τον πίνακα του.

  • ολοκληρώσει

    Frenho ist vielleicht dabei, das Bild zu beenden.

    Ο Frenho ενδιαφέρεται να ολοκληρώσει τον πίνακα του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τέλος
    • αποπερατώνω
    • αποτελειώνω
    • περαιώνω
    • σταματώ
    • τερματίζω
    • κλείνω
    • πραγματοποιώ έξοδο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beenden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Beenden Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διακοπή

    Absetzen der Behandlung Absetzphänomene treten häufig nach Beenden der Behandlung auf, insbesondere dann, wenn die Behandlung abrupt beendet wird (siehe Abschnitt

    Διακοπή της θεραπείας Συμπτώματα απόσυρσης αναφέρονται συχνά όταν διακόπτεται η αγωγή, ιδιαιτέρως όταν η θεραπεία διακοπεί αιφνιδίως (βλέπε παράγραφο

  • Έξοδος

    proper

    Beendet die Anwendung und fragt für jeden geänderten Dialog, ob gespeichert werden soll

    Έξοδος από την εφαρμογή και ερώτηση για αποθήκευση αλλαγμένων διαλόγων

  • Τερματισμός κλήσης

    Telefonstatus: Anrufen wird beendet

    Κατάσταση τηλεφώνου: τερματισμός κλήσης

Φράσεις παρόμοιες με "beenden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Τερματισμός της κλήσης · τερματίζω μια κλήση
  • δίνω τέλος σε κάτι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beenden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη