Μετάφραση του "Behutsamkeit" σε Ελληνικά
Οι προσοχή, περίσκεψη, σύνεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Behutsamkeit" σε Ελληνικά.
Behutsamkeit
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
προσοχή
noun feminineJuristische Anpassungen zwischen Ländern erfordern immer ein Höchstmaß an Behutsamkeit.
Οι προσαρμογές στον τομέα της δικαιοσύνης μεταξύ χωρών πρέπει να υλοποιούνται πάντοτε με προσοχή.
-
περίσκεψη
noun feminine -
σύνεση
feminineDie Union muß in diesen Fragen viel Feingefühl und Behutsamkeit walten lassen.
Τούτου ρηθέντος, η Ένωση πρέπει να επιδείξει ταπεινοφροσύνη και σύνεση στις υποθέσεις αυτές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Behutsamkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη