Μετάφραση του "behutsam" σε Ελληνικά
Οι προσεκτικός, προσεχτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "behutsam" σε Ελληνικά.
behutsam
adjective
γραμματική
sachtemang (Berlinerisch) (umgangssprachlich)
-
προσεκτικός
adjective masculineStatt dessen soll er in seinen Äußerungen taktvoll und behutsam sein.
Μάλλον, πρέπει να είναι κανείς διακριτικός και προσεκτικός στις εκφράσεις του.
-
προσεχτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " behutsam " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη