Μετάφραση του "Beifall" σε Ελληνικά

Οι χειροκρότημα, επευφημία, επιδοκιμασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beifall" σε Ελληνικά.

Beifall noun Noun masculine γραμματική

stehende Ovationen (es gibt ...) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χειροκρότημα

    noun neuter

    Ausdruck des Gefallens [..]

    Ich höre heute noch den gewaltigen Beifall der großen Zuhörermenge.

    Ακούω ακόμη τα χειροκροτήματα, τα οποία ξέσπασαν παρατεταμένα από το μεγάλο ακροατήριο.

  • επευφημία

    noun
  • επιδοκιμασία

    noun

    Wer Beifall oder Mißbilligung äußert, wird sofort von den Saaldienern von der Tribüne verwiesen.

    Όποιος εκφράζει επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία αποβάλλεται αμέσως από τους κλητήρες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beifall " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Beifall"

Φράσεις παρόμοιες με "Beifall" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beifall" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη